Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

μυρμηγκοπλιάτσικο


κάθισε με το βρεγμένο μαγιώ
πάνω στο βράχο
κι έφερε τα γόνατα στο στήθος
αγκάλιασε τα πόδια της
κι έμεινε για λίγο εκεί
άδεια από καλοκαίρι πια
να βλέπει τα μυρμήγκια σε σειρά
να τρέχουν πανικόβλητα
με υπολείμματα ανθρώπινου καταναλωτισμού
στην πλάτη βάρος

σκέφτηκε πόσο καιρό
είχε να δει πλιάτσικο από κοντά
- πάλι τα ζώα μας βάζουν τα γυαλιά -

ένας αντάρτης γαλαρίας
ξεστράτισε υπερφορτωμένος
διαλέγοντας το δύσκολο μονοπάτι
και να περάσει ήθελε
πάνω από το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού
που 'παιζε ρόλο κατασταλτικό
μεσ' το μυαλό της
''δε θα γίνω μπάτσος ποτέ'' -ψιθύρισε
και μ' ένα ξυλαράκι το βοήθησε
να κάνει τη μισή διαδρομή προς τη φωλιά

μα μάταιη προσπάθεια
η τροφή έπεσε
το μυρμήγκι χάθηκε
το ξυλαράκι έβαλε στα δόντια
- σημάδι στοχασμού -
και το βλέμμα της συνάντησε τη γραμμή του ορίζοντα

κάποια λεπτά μετά
ο αντάρτης μέρμηγκας
μαζί με άλλους πέντε
θα έβρισκε την τροφή
που θα την οδηγούσαν μαζί
στα βάθη της φωλιάς
δίνοντάς της να καταλάβει
πως είμαστε πολύ μακριά
απ' οποιαδήποτε εξέλιξη


Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

δια κοπο ποίηση


Όμοια

είδε τις πάπιες τις λευκές
να περπατούν καμαρωτές
στου ποταμού την όχθη
ξωπίσω έτρεξε κι Αυτή
κι ενώ τις στρίμωξε πολύ
ξεστόμισε
δειλά
πως έχουνε φτερά
μα στο νερό να πέσουνε διστάζουν


the dolphins


έψαχνε τον κωδικό του wi-fi
μέσα σε σπόρια και βολβούς
μέχρι που μια στιγμή κατάλαβε
πως χάνει τον καιρό της
αρχές Αυγούστου δε φυτρώνουν αυταπάτες
το πολύ καμιά μυρωδιά καμμένης σοκολάτας
σερβιρισμένη πάνω σε λιπαρό δέρμα δελφινιού

την ήπιε και της έγινε σαφές
πως το να βρεις  
την εφηβική σπιρτάδα σε έναν αληθινό έρωτα
είναι τόσο πιθανό 
όσο να βρεις πετυχημένη παρομοίωση 
σε κάποιο ποίημα



Μόνο μη μου χτυπάτε το κουδούνι

θα ξαπλώσω μπρούμυτα
με πρόσωπο στον ποδηλατόδρομο
οι παλάμες θα στηρίζουν το κεφάλι
με μανταλάκι ένα χαμόγελο πιασμένο 
και θα κοιτώ στοχαστικά
μία τους ροδοκόκκινους μηρούς
και μια τ' ανήλια δέρματα 
που τρίβονται στις σέλες
καθώς φούστα


Oosterpark

είμαστε εδώ
ένα ζευγάρι κραχτάρια
στο αυτί της πόλης
ανάλαφροι στα καταπράσινα
μάτια φωτιά
το σύννεφο η καλύτερη ομπρέλα
που το κοντάρι της καρφώθηκε
στην αμμουδιά της ψυχής μας
είμαστε εδώ 
περιμένουμε υπομονετικά
να σπάσει το κοντάρι 
 αγέρας ξυλευτής
που θαυμάζει τα ράμφη μας


Volendam

ο ανεμόμυλος δείχνει την πόλη
όπως οι γλάροι τον ανοιχτό ουρανό
κι εδώ δεν υπάρχει τίποτα απ' όλα αυτά



Edam

πόλη απόμακρη
μια γέφυρα τραμπάλα μακριά
κατά την είσοδο
κερνά τους επισκέπτες αγελαδινή κοπριά
όπως στους γάμους προσφέρουν τη σαμπάνια
ο χάρτης πληροφορεί πάντα αλήθειες
πως χρώμα γκρι έχει η θάλασσα
η βιβλιοθήκη είναι κάτι 
που πρέπει να ξέρει ο κόσμος που βρίσκεται
και πως οι άνθρωποι σπανίζουν
το εκκλησιαστικό όργανο 
υποδέχτηκε τους αλλόθρησκους
χαρμόσυνη κατάθλιψη
θόλος μονόφθαλμος
ρίχνει ματιά κλεφτή
στο ψόφιο γραμμάριο nepal που έχω στην τσέπη
ενώ ένα κεφάλι τυρί 
κρέμεται από τον πολυέλαιο
σιγά
στην έξοδο



Marken

ναυτικά σχοινιά μπλέκονται
δημιουργώντας δεκάδες κόμπους
που δε θα μάθουμε ποτέ πως λύνονται
ακόμα κι αν τα καταφέρουμε
δε θα τους δέσουμε ίδιους ποτέ
γιατί σκοπό τους έχουν
να μπερδεύουν 
να ζαλίζουν
να παίρνουμε τα μάτια από δαύτους
και να κοιτάμε από ψηλά
τις συνεχόμενες κοφτές σκεπές
- αυγοθήκες ηχομόνωσης -
που χρησιμοποιεί ο Θεός
σαν θέλει να παίξει με το μπάσο του


Αγορά βιβλίου


βαλίτσες συρόμενα αγρίμια
κι εμείς μπροστά ρηχοί οδηγητές
χαζεύουμε το Άμστερνταμ πως ήταν
σε σκονισμένα γραμματόσημα 
τριγύρω από βιβλία
βιβλία μαγικά που βγάζουν μελωδίες
της κρέμασα στ' αυτιά
για σκουλαρίκια



Smoking area

σε αεροδρομίου smoking area
δεν πας με αναπτήρα
μια οικογένεια καπνιστές
όλο και κάποιος θα 'χει
αυτός που τον καπνό ρουφά μέχρι τα νύχια
εκείνη με την τσίχλα τη νευρόσπαστη
κάπως θα γίνει
το άγχος των ακτίνων χι
και των σκυλιών τη μύτη
αργά να ξεφυσήξω