Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015
Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015
καθώς σκεφτόμουν να αλλάξω βιβλιοθήκη
Είμαστε καραμέλες
Πάνω στης αιωνιότητας τη γλώσσα
Λιώνουμε και τελειώνουμε
Μέσα στο σκοτεινό της καταπιώνα
Αργύρης Χιόνης - Τύποι ήλων
Κάποτε, ένα βιβλίο ήμουν.
Ένα βιβλίο ανάμεσα σε τόσα άλλα.
Χάρτινο μνήμα στην Α βιβλιοθήκη.
Όλο και κάποια χέρια μ΄έσερναν στα εγκόσμια.
Και τότε τίναζα τις σκόνες από πάνω μου.
Έσφιγγα τις σελίδες μου στον ήλιο.
Μα αυτά τα χέρια μ' εξουσίαζαν.
Με άνοιγαν στα δυο και με ξεφύλλιζαν
μπροστά στις στάχτες των τσιγάρων.
Υγρά τα δάχτυλα περνούσαν από πάνω μου.
Μέχρι που σταματούσαν σε κάποιο δίστιχο σωθικό.
Έγδερναν γύρω του μελάνι.
Με στιγμάτιζαν.
Μέχρι που μ' άφηναν ξανά στην ησυχία.
Στην ησυχία που πιότερο απ' το στίγμα με πονούσε.
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015
un
αναρωτιέσαι που βρίσκεσαι
αναρωτιέσαι ποιος είσαι
χωρίς σταυρούς
σημάδι αναγνώρισης κανένα
προσπαθείς να ακούσεις
τα ρήγματα στις φτέρνες σου
το μανικετόκουμπο στο πάτωμα
ζαλάδα σε χρόνο πυκνό
ολισθαίνει το σίγουρο βλέμμα σου
καταφτάνει η τρέλα
αλλήθωρος σε χώρα τυφλών
μετράς τα αστέρια με πείσμα
τα βρίσκεις σκούρα
απέναντι στην αυγή
απέναντι στη μετάφραση
κι αυτό είναι ένα βήμα
βήμα σημαντικό
να πάψεις πια ν' αναρωτιέσαι
Κυριακή 31 Μαΐου 2015
καμένο από τσακμάκι χαϊκού
με είδε που καθόμουν σκεπτικός στον καναπέ και με πλησίασε
χάιδεψε απαλά την αισθαντική - συνειρμική περιοχή του εγκεφάλου
κι έχωσε το κεφάλι της
ανάμεσα στον θώρακά μου και στο χέρι
με τρόπο τέτοιο που να την έχω αγκαλιά κι όχι κεφαλοκλείδωμα
- οι εικόνες πρέπει να δίνονται σωστά -
με το ένα χέρι λοιπόν, την είχα αγκαλιάσει
και η παλάμη μου της κράταγε το μπράτσο
το άλλο χάιδευε το μέτωπό της κάθετα
με τα δάχτυλα να μπλέκονται που και που στα μαλλιά της
η ένταση της ημέρας έφευγε
το κατάλαβα όταν ήρθε η ιδέα να βάλω μουσική
λάθος
όταν σκέφτηκα πως δεν υπάρχει λόγος να χαλάσω τη στιγμή
κι άφησα το λαιμό μου ν' ακουμπήσει στο κεφάλι της
της χάιδευα το στήθος πια
κι αν η εικόνα έχει δοθεί σωστά
θα ακούσατε κι εσείς τη μουσική
αφού
αν και άμουσος
στο στήθος μου σαν γέρνει
μοιάζω βιολιστής
Τρίτη 26 Μαΐου 2015
Παρασκευή 8 Μαΐου 2015
old wives' tale
Άκουσε σφυρίγματα μέσα στη νύχτα κι έφυγε
πίσω της άφησε ανοιχτά ντουλάπες και ψαλίδια
μετά το πρώτο σταυροδρόμι το πίστευε
πως είδε ένα μικρό μαυριδερό να περπατά
μ' άδειο κουβά στο ένα χέρι
και κουκουνάρι να κλωτσά στο βάδισμά του.
Πιο κάτω μια γιαγιά τις κλάρες να κουνά
τον ταχυδρόμο στη γωνιά να κατουρά τις στάχτες.
Τόσο πολύ φοβήθηκε που 'σκυψε το κεφάλι
και πήρε δρόμο γυρισμού.
Ούτε στιγμή δε σήκωσε το βλέμμα της.
Τότε αντί για σκιαχτικούς κατά το διάβα
είπε πως έβλεπε χάμω κουμπιά μα και καρφίτσες.
Την άκουσα προσεχτικά την καθησύχασα
και μάζεψα το καπέλο απ' το κρεβάτι να ξαπλώσει.
Σκεπτόμενος τι συνέβαινε
πρόσεξα κάτι τραγικό μια εξήγηση για όλα.
Σ' ένα βιβλίο στο πάνω ράφι
ξεχασμένος μέσα του για μήνες
ένας σελιδοδείχτης.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




