Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

*προσπαθώντας να διασκευάσω ποιητικά το μυθιστόρημα Τάλγκο του Βασίλη Αλεξάκη




όταν μας σύστησαν οι φίλοι
συγκράτησα το όνομά σου
- σπάνιο για μένα κάτι τέτοιο -
παρατηρούσα όλες σου τις κινήσεις
μέχρι να βρω τα λόγια
κι ακουμπισμένος ώρα πολλή απάνω μου
σκέφτηκα πως
υπάρχουν άνθρωποι που ζαλίζονται
ακόμα κι όταν δε κουνιέται το καράβι
πως υπάρχουν ταριχευτές που ζουν με την αγωνία
όχι μόνο να φαίνεται ζωντανό το πτώμα
αλλά πως μπορεί να το ζωντανέψουν πραγματικά
τώρα είμαι ένας από αυτούς
που περιμένουν να κλείσει ο απέναντι γείτονας τα φώτα
για να κοιμηθούν
που φαντάζονται
τα αστέρια σαν αναμμένα τσιγάρα
όταν πέφτουν δε κάνουν ευχή
μα παρατηρούν την τροχιά της καύτρας
κι απλώνουν το χέρι
για να τη κλείσουν στη παλάμη τους

ξημερώνει

το φως μου συστήνει έναν άλλον ουρανό
χίλια αστέρια για έναν ήλιο
να γιατί έπιασε το θέατρο σκιών
στη χώρα αυτή
με τόσο έντονες σκιές
όλη η ζωή μας ένα θέατρο
σε κοιτάζω ακόμα κι αναρωτιέμαι
τι άραγε να επέπλεε αν βυθιζόταν η Ελλάδα;
μια ψάθινη καρέκλα καφενείου
ένα πλαστικό δοχείο σκορδαλιάς
ή μήπως λες η εθνική μας περηφάνια;

χαμηλώνω το βλέμμα

πάλι σκιές
πέντε γραμμές παράλληλες
ηλεκτροφόρα καλώδια
πάνω τους σκορπισμένα κάμποσα πουλιά
ένα λίγο πιο πέρα
η τελευταία νότα τραγουδιού
σ' ένα πεντάγραμμο.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου