Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Κολοκυθιά














η πρώτη δύσκολη στιγμή 
παρουσιάζεται όταν ακούς τον κύριο
με το κουστούμι να φωνάζει
''έχω μια κολοκυθιά που κάνει 3 κολοκύθια''
ενώ βγάζει το μπλοκάκι του 
να καταγράψει αντιδράσεις

χωρίς άμυνες πέφτεις 
αμέσως στην παγίδα που σου στήθηκε
ούτε που καθαρίζεις τη φωνή
''και γιατί να κάνει 3 κολοκύθια'';
δεν ξέρεις που θα βγάλει
κι αγωνιάς για τη συνέχεια

κρυφογελάει το κτήνος
το παιχνίδι πάντα στα μέτρα του
ετοιμόλογα θα σου γυρίσει
''και πόσα να κάνει;''
ξέροντας πως πλέον είσαι συνένοχος
που θα γυρέψεις παρέα στον λαβύρινθο

θολώνεις κοιτάς τριγύρω σου
γελασμένα παιδιά αντί γελαστά
έτοιμα να σκουντουφλήσουν στο αδιέξοδο
''να κάνει 5 κολοκύθια'' ξεστομίζεις  
και μόλις που έκανε μετάσταση
ο φόβος της ζωής σου

το ίδιο σκηνικό και χωρίς τη σήμανση Ε
μη τυχών τολμήσεις να ζητήσεις τίποτα
πέρα από τη παραίτησή σου

βλέπεις, φοβήθηκες να πεις απ΄την αρχή 
να κάνει η μάνα

ή έστω πως έχεις σε μεγαλύτερη εκτίμηση 
το κυνηγητό.




Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Στη πλατεία των βιβλίων του τρόμου





















Ίσως τη μέρα που βρήκαμε τη γιάφκα μας.


Αντιμέτωπο το παζάρι με την εκποίηση

ποιο απ' τα δυο θα κάτσει στο σβέρκο των βιβλίων


Επικεφαλής εμπορευματοποίηση διέγνωσε ο γιατρός


εκφοβιστικά κεφαλαία γράμματα κάνουν επίδειξη


με κάθετες γραμμές που κόβουν σαν ξυράφι


την αισθητική πρόταση των μικρών


ο Νίτσε κλαίει και ο δήμαρχος απέναντι


ούτε που βγήκε στο παράθυρο


ή έστω να σημάνει συναγερμό πολέμου


ασφάλεια νιώθει η Γνώση από μόνη της


η κλοπή άγνωστη λέξη στα αυτιά της


που ιδρώνουν μόνο όταν την καίνε τα σκοτάδια


εκδοτικοί οίκοι ανοχής μπροστά μου


κι εγώ να ψάχνω ακόμα της Πύλες της ενόρασης






Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Το κυνήγι των κρυμμένων ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ



σε αδιέξοδο δε θέλω
ο δρόμος του σπιτιού να βγάζει

η οδός να μη λέγεται στρατηγού τάδε
πατριάρχου δείνα ή μεγάλου άλφα

το πρωί που φεύγω για δουλειά
παιδιά να περνάνε με τις τσάντες στον ώμο

στον μπλε κάδο της γωνίας ο παππούς 
να μη σταματάει το ψάξιμο όταν με βλέπει

ένα ριχόσπερμα στη γειτονιά να υπάρχει
έρχεται καλοκαίρι βλέπεις κι 
έχει ανάγκη η μνήμη μου τις μυρωδιές

ο περιπτεράς να είναι δίκαιος 
στο ποια εφημερίδα θα κρεμάσει

και η αποκάτω να μην έχει καντήλι
πάνω στον απορροφητήρα

στο ασανσέρ αν γίνεται
να μην υπάρχει καθρέφτης

ούτε κυτίο παραπόνων γιατί
έχει πάρει βραβείο ευρεσιτεχνίας

ε, το δωμάτιό να έχει καλή ηχομόνωση
γιατίαύριομεθαύριοδενξέρειςτιγίνεται

τέλος, αν θες, να μην υπάρχει πατάρι 
γιατί μπορεί
να θυμηθώ την τιμωρία που με φόβιζε.











Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

λαμά σαβαχθανί







                                       Γράφει η : sine_lege

μάζεψες φόρα

έβαλες ταχύτητα

ξέχασες τη ζώνη ασφαλείας

πλοία, αεροπλάνα και ποδήλατα

σε έφεραν εδώ

και τώρα -βάλε όπισθεν- σου είπαν

πέσαμε σε ξέρα

ανασυγκρότηση δυνάμεων

πάλι

ήρθα από το βορρά στο νότο

μα χιόνισε κι εδώ

μια ιδέα είναι το χιόνι

μια ιδέα και ο βορράς

σκοτώνουν τις ιδέες όταν γεράσουν

κοιμάμαι ανήσυχη

και βλέπω όμορφα όνειρα

γολγοθάδες κλάματα και αγάπες

άραγε ο γολγοθάς να ήταν ανηφόρα ή κατηφόρα;

πόσα ψέμματα μας έχουν πει!

γιατί μας λέτε ψέμματα;

δε βαριέσαι

ανάγκα και άθεοι πείθονται

λαμά σαβαχθανί;

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Tη θέλω




















γιατί έχει πάνω της το κόκκινο το χρώμα
κι αν ήξερα τα κόλπα τα τεχνολογικά,
πάλι με κόκκινο θα έγραφα αυτές εδώ τις λέξεις. 

Ξεχάσαμε πως είναι το χρώμα της αγάπης τέτοιο
και ψάχνουμε στο αίμα να ξεδιψάσουμε το μάτι.

Μα εγώ κατάφερα και βρήκα τη μπαλαρίνα της ψυχής,
ανάμεσα σε χίλιους δακρυσμένους κλόουν.

Είχε τους αστραγάλους της κλειστούς
και τεντωμένα τα πόδια της τα μακριά. 

Κάθε που ανέμιζε, σχεδόν αυτόματα 
έκανε σβούρες, γύρω απ' τον άξονά της.

Απίστευτο που στη θέα της δεν τρόμαξα,
κατανικώντας τις συνήθειες των παιδικών μου χρόνων.

Ακόμα κι όταν τα λεπτά της χέρια,
έδειξαν μιαν αγκαλιά στον ουρανό,
εγώ το τόλμησα να πέσω μέσα τους,
κι ας ήταν άνιση η μάχη με τ' απέραντο.

Ανάλαφρο το σώμα σου τώρα,

αφού σου χάρισα δυο μπαλόνια
καρδιές, φουσκωμένα με ήλιον.

Να τα κρατάς εσύ, που σου αξίζουν τα ταξίδια.



Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

ιστός


την είδα ν' ανεβαίνει 
με αργά βήματα
τραβούσε την ανηφόρα
γαντζωμένη 

απ'τον ιστό της
τον ασάλευτο
κοιτούσε
προς την κορυφή

κι ένα σημάδι 
σημείο στον χάρτη 
όλο αντίκριζε

μια ανάσα 
πριν το τέλος
κι ένας αέρας δυνατός

ενεργοποίησε 
τις αισθήσεις της

απλώθηκε να κρατηθεί
μα μάταιος ο κόπος

κατακόρυφη η πτώση
αν και προσπάθησε 
να μπλέξει στ' όνειρό μου

στο χώμα αν θυμάμαι προσγειώθηκε
κι ο στρατιώτης ειρωνεύτηκε

πως αυτοκτόνησε η σημαία.