Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

αέρινη θεά




Ζάρωσε κούκλα μου το δέρμα σου

Χάθηκε η αίγλη μέσα στα χρόνια

Άλλοτε αέρινη θεά

Τώρα ξεφούσκωτη κοινή

Μα εγώ πιστός στην ομορφιά σου

Κλείνω τα μάτια στη συντέλεια αυτή

Πανάθεμα, ας πιάσει η ευχή

Κι ας έρθει αέρας στα πανιά σου, να θυμίσει

Πως είναι σίγουρα καιρός

Που πρέπει ο νους σου να 'ναι στρογγυλός

Αέρα, να δεις χρειάζεσαι αέρα

Ω!

Αέρα λέγαν το '40 στα βουνά

Όμορφο θα 'ταν να το έλεγαν γιατί

Θα 'χαν κι αυτοί

Ξεφούσκωτη μια μπάλα μπρος στα πόδια τους.




Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

η δολοφόνος με τη θερμοφόρα



Eίπε πως η μητέρα της
συνήθιζε ν' ανάβει ένα τσιγάρο
μες τον ύπνο της.

Είπα πως η μητέρα μου
είχε γεμίσει το παρκέ μ' αποτυπώματα
καθώς συνήθιζε το ίδιο.

Αποτυπώματα τσιγάρου στο παρκέ
και στα σεντόνια τρύπες.



Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Μια φορά στη Ρώμη



Μια φορά στη Ρώμη
Ίσως να μ' έλεγες και δεκανέα αλλαγής
Αρκεί να έβλεπες πώς δίπλα μου κατέβαινε τη σκάλα
Φόρα παρτίδα με το όπλο ανά χείρας
Ο δέκα - δώδεκα σκοπιά, σταθμός μετρό του Τέρμινι
Ρώμη Δεκέμβρης 2015
Αυτό θα το θυμάμαι
Στα μάτια σας θα ήμουν δεκανέας αλλαγής
Τα μάτια σας ανήκουν εις την Δύση
Η πόλη αυτή μια μέρα θα μεθύσει
Ρίσκο μεγάλο κάτι τέτοιο για αυτήν
Ω! Και για τον σκοπό
Μη ρίξει σε κανέναν που για πλάκα
Η σούρα του τον έκανε να τρέξει και να φωνάξει αλαχακμπάρ



Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

αδεισιδαιμονία

κολάζ #02 αδεισιδαιμονία

Πίσω απ' τα ροζ τα φυτιλάκια και το λάδι
ήταν που είχα κρύψει μια φωτογραφία μας.
Μέχρι που μου 'παν του σογιού οι βασιλικοποτίστρες
οι νεκροί με τους νεκρούς
με φόβο μες στα μάτια.
Ήρθα λοιπόν κι εγώ το άλλο σούρουπο
μας χώρισα.
Άναψα με τον αναπτήρα τους μακρύ ένα τσιγάρο
- τον καβάντζωσα.
Και από τότε πάνε χρόνια
που σκέφτομαι, ποτέ δεν τους απάντησα:
Ποιός δηλαδή ανάμεσά μας, ζωντανός με ζωντανό;
Μα τέλος πάντων, άλλο ήθελα να πω
αν είναι εύκολο για ρώτησε να μάθεις
είχε ο Πετρόπουλος γονείς με δεισιδαιμονίες;




Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

ο αναμάρτητος


κολάζ #01 ο αναμάρτητος


Σε αφθονία στον παράδεισο κουβέρτες μ' ευλογιά
στιγματισμένα στήθη
διαφυγόντες οργασμοί
τρεμάμενη στα ηχεία μια φωνή:

Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες·
τοῦτο γάρ ἐστί τό Αἷμα μου.


Kαι τρέχουνε τα άβουλα βαμπίρ
να πιουν απ' το μπουκάλι
με το ξεθυμασμένο άρωμα μιας Κυριακής
μυρώνοντας τη θλίψη
κάτω απ' τα μάτια
από τ΄αυτιά τους πίσω
ενόσω τον χαβά της η φωνή να συνεχίζει:

είναι αναμάρτητος ο καπιταλισμός ενδοφλεβίως.





Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

σ’ ένα τσιγάρο ποίημα




Έχω απλώσει μια στρώση πάνω στο χαρτί

μια ραχοκοκαλιά κλωνάρι

γέρνω την πλάτη πίσω

τεντώνω σωθικά να καταλάβουν.


Πως έρχεται η στιγμή της Ανατάσεως.


Πως έρχεται η στιγμή της Επαφής.


Είμαι έτοιμος να δεχτώ την Μεγαλοσύνη.


Σας λέω, έτοιμος να σπάσω τα δεσμά

του γνωστού χρόνου

του γνωστού χώρου τον φράχτη.


Αργά βουτώ το χέρι στο ιερό νηπενθές.


Κρυσταλλοποίηση στο φυλλάριο της κορφής

που μια φορά

αγριοκάτσικο το πέρασε στο στόμα

και πήρε τα ψηλά βουνά – αντάρτεψε.


Τώρα το τρίβω απαλά με τ' ακροδάχτυλα

να δραπετεύσουν μυρωδιές

ποτάμια να φουσκώσουν

και πασπαλίζω τη Φαιά, στην κόλλα τη λευκή.


Το πούρο απόσταγμα της νόησης να χυθεί.