Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

ο αναμάρτητος


κολάζ #01 ο αναμάρτητος


Σε αφθονία στον παράδεισο κουβέρτες μ' ευλογιά
στιγματισμένα στήθη
διαφυγόντες οργασμοί
τρεμάμενη στα ηχεία μια φωνή:

Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες·
τοῦτο γάρ ἐστί τό Αἷμα μου.


Kαι τρέχουνε τα άβουλα βαμπίρ
να πιουν απ' το μπουκάλι
με το ξεθυμασμένο άρωμα μιας Κυριακής
μυρώνοντας τη θλίψη
κάτω απ' τα μάτια
από τ΄αυτιά τους πίσω
ενόσω τον χαβά της η φωνή να συνεχίζει:

είναι αναμάρτητος ο καπιταλισμός ενδοφλεβίως.





Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

σ’ ένα τσιγάρο ποίημα




Έχω απλώσει μια στρώση πάνω στο χαρτί

μια ραχοκοκαλιά κλωνάρι

γέρνω την πλάτη πίσω

τεντώνω σωθικά να καταλάβουν.


Πως έρχεται η στιγμή της Ανατάσεως.


Πως έρχεται η στιγμή της Επαφής.


Είμαι έτοιμος να δεχτώ την Μεγαλοσύνη.


Σας λέω, έτοιμος να σπάσω τα δεσμά

του γνωστού χρόνου

του γνωστού χώρου τον φράχτη.


Αργά βουτώ το χέρι στο ιερό νηπενθές.


Κρυσταλλοποίηση στο φυλλάριο της κορφής

που μια φορά

αγριοκάτσικο το πέρασε στο στόμα

και πήρε τα ψηλά βουνά – αντάρτεψε.


Τώρα το τρίβω απαλά με τ' ακροδάχτυλα

να δραπετεύσουν μυρωδιές

ποτάμια να φουσκώσουν

και πασπαλίζω τη Φαιά, στην κόλλα τη λευκή.


Το πούρο απόσταγμα της νόησης να χυθεί.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

μεζές



Μια δυο ροδέλες χταποδάκι
επάνω σε μπαγιάτικο ψωμί
τριγύρω κίτρινο τυρί
κι άντε στη μέση μιαν ελιά.

Τι νόμιζες η ποίηση, χορταίνει;

Ένας μεζές ν' ανοίγει η όρεξη
για το κυρίως που είναι ζήτημα
αν φτάσει στο τραπέζι.



Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

καθώς σκεφτόμουν να αλλάξω βιβλιοθήκη

Είμαστε καραμέλες
Πάνω στης αιωνιότητας τη γλώσσα
Λιώνουμε και τελειώνουμε
Μέσα στο σκοτεινό της καταπιώνα

Αργύρης Χιόνης - Τύποι ήλων 


Κάποτε, ένα βιβλίο ήμουν.
Ένα βιβλίο ανάμεσα σε τόσα άλλα.
Χάρτινο μνήμα στην Α βιβλιοθήκη.
Όλο και κάποια χέρια μ΄έσερναν στα εγκόσμια.
Και τότε τίναζα τις σκόνες από πάνω μου.
Έσφιγγα τις σελίδες μου στον ήλιο.
Μα αυτά τα χέρια μ' εξουσίαζαν.
Με άνοιγαν στα δυο και με ξεφύλλιζαν
μπροστά στις στάχτες των τσιγάρων.
Υγρά τα δάχτυλα περνούσαν από πάνω μου.
Μέχρι που σταματούσαν σε κάποιο δίστιχο σωθικό.
Έγδερναν γύρω του μελάνι.
Με στιγμάτιζαν.
Μέχρι που μ' άφηναν ξανά στην ησυχία.
Στην ησυχία που πιότερο απ' το στίγμα με πονούσε.




Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

un

αναρωτιέσαι που βρίσκεσαι
αναρωτιέσαι ποιος είσαι
χωρίς σταυρούς
σημάδι αναγνώρισης κανένα
προσπαθείς να ακούσεις
τα ρήγματα στις φτέρνες σου
το μανικετόκουμπο στο πάτωμα
ζαλάδα σε χρόνο πυκνό
ολισθαίνει το σίγουρο βλέμμα σου
καταφτάνει η τρέλα
αλλήθωρος σε χώρα τυφλών
μετράς τα αστέρια με πείσμα
τα βρίσκεις σκούρα
απέναντι στην αυγή
απέναντι στη μετάφραση  
κι αυτό είναι ένα βήμα
βήμα σημαντικό 
να πάψεις πια ν' αναρωτιέσαι




Κυριακή 31 Μαΐου 2015

καμένο από τσακμάκι χαϊκού


με είδε που καθόμουν σκεπτικός στον καναπέ και με πλησίασε
χάιδεψε απαλά την αισθαντική - συνειρμική περιοχή του εγκεφάλου
κι έχωσε το κεφάλι της
ανάμεσα στον θώρακά μου και στο χέρι
με τρόπο τέτοιο που να την έχω αγκαλιά κι όχι κεφαλοκλείδωμα
- οι εικόνες πρέπει να δίνονται σωστά -
με το ένα χέρι λοιπόν, την είχα αγκαλιάσει
και η παλάμη μου της κράταγε το μπράτσο
το άλλο χάιδευε το μέτωπό της κάθετα
με τα δάχτυλα να μπλέκονται που και που στα μαλλιά της
η ένταση της ημέρας έφευγε
το κατάλαβα όταν ήρθε η ιδέα να βάλω μουσική
λάθος
όταν σκέφτηκα πως δεν υπάρχει λόγος να χαλάσω τη στιγμή
κι άφησα το λαιμό μου ν' ακουμπήσει στο κεφάλι της
της χάιδευα το στήθος πια
κι αν η εικόνα έχει δοθεί σωστά
θα ακούσατε κι εσείς τη μουσική
αφού

αν και άμουσος
στο στήθος μου σαν γέρνει
μοιάζω βιολιστής