Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

tulipaner



χρονολογώ την εξαφάνιση της έμπνευσης
από τότε που τα σκουπίδια 
άρχισαν να μυρίζουν λίγο πιο έντονα

την ανησυχία για το πότε θα επιστρέψει
την τελευταία φορά που έγραψα 
τη λέξη θάλασσα  
με έναν αστερία περισσότερο

πως θα αργήσει μάλλον
το κατάλαβα όταν σε ένα γκολ 
παρατρίχα και δε χύθηκε η μπύρα μου

την περίμενα βέβαια 
υπομονετικά 
εκτοξεύοντας κουκούτσια καρπουζιού
από το στόμα
τα πόδια πάνω στο τραπέζι
και το τσιγάρο να αφήνει
μια κιτρινίλα πινελιά
(μαντζούνι από τα λίγα)

μέχρι που δεν άντεξα την ανυπαρξία μου
είπα 
πρέπει να γίνει κάτι
να σηκώσω ψηλά το κεφάλι
και τζιράφ!
τουλίπες κίτρινες πέρασαν το κατώφλι μου
ξεχύθηκαν στη βεράντα
και μπλέχτηκαν στα πόδια μου

τυλίχτηκαν μέχρι το λαιμό
όχι σαν φίδια
σαν κασκόλ νορβηγικά
και μου ψιθύρισαν στ' αυτί
να μην ανησυχώ γιατί
τα καλοκαίρια η έμπνευση
το σκάει
σαν καβαλάει τον ιδρώτα


Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

το μπάνιο του λαού


Είπα όχι, δε θα χάσω την ευκαιρία να πάω στη θάλασσα. Απέφυγα τα τετριμμένα κυριακάτικα θα γίνεται το σώσε. Κίνηση παραλιακή, δευτεραθλήτρια στο νήμα με αντίπαλο τις μύγες. Θα διαλέξω μια ήσυχη παραλία, μην είμαι και μόνος, καθόμουν στον υπολογιστή. Η ελλειπτικότητα μεγάλο όπλο. Επίσης σκέφτηκα ένα Νιγηριανό να ψάχνει στον χάρτη, να βρίσκει έναν Αθηναίο Ιούνιο μήνα να λέει ποιος τρέχει τώρα σε παραλίες. Να θέλει να με πνίξει με τον ιδρώτα της μασχάλης. 
Έφτασα, τι γίνεται εδώ, μαθεύτηκε κι αυτή η παραλία. Πόσο τρυφερό εκ μέρους μας, να ψάχνουμε ίσκιο για τα οχήματα. Τώρα που ήρθα θα κάτσω. Στον αμμόλοφο, κάτω από τα δέντρα. Απόσταση ασφαλούς παρατηρητικότητας από τα τατουάζ με αντιαισθητικούς ανθρώπους στο μελάνι τους. Δροσιά έχει, δε θα βγάλω τη μπλούζα. Κι ας λεν ειρωνικά για τους ποιητές πως πάνε στη παραλία και δε βουτούν στη θάλασσα. Συνεχώς αδιάθετοι αφού. Το καλύτερο μαύρισμα το κάνει το χας όιλ. Τώρα που βολεύτηκα  κι  αρχίζω και γράφω, σκέφτηκα πως έχω ένα στίχο και δε ξέρω τι να τον κάνω. Αν είχα σπουδάσει μάρκετινγκ θα ήξερα, αλλά δεν θα είχα τον στίχο. 
- οι ποιητές του σήμερα έχουν γνώση της παρακμής τους - 
Το λέω αυτό, γιατί δεν είμαι σίγουρος τι σκεφτόταν ο Σαχτούρης όταν σ' ένα περίπτερο στη Φωκίωνος Νέγρη, οδηγούσε τη δαγκάνα του μηχανήματος καρφί στο κεφάλι ενός λούτρινου λαγού. (Απίστευτο που μόλις τώρα, μια μητέρα φώναξε Μίλτο, όχι στα βαθιά). Ένας σκύλος δείχνει να διστάζει να μπει στο νερό. Γυρίζει στους λουόμενους και κάνει παράπονα πως η θάλασσα έχει βρομίσει αντηλιακό. Τους κυνήγησε με τις πέτρες κι όταν τους έδιωξε ήρθε κι έκατσε δίπλα μου. Φέρε μια τζούρα, μου 'πε. Μου 'σπασες τη μύτη. Του είπα κράτα το, θα φύγω. Τα ποιηματάκια μου και σ' άλλη παραλία.

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

ε όχι και αλογομούρης


Δεν πιστεύω στο τζακ ποτ του έρωτα
αρνούμαι να τον σκεφτώ κλεισμένο
σε μια σιδερένια κληρωτίδα
να τον γυρίζει μια μοντέλα
να τραβάει ένα μπαλάκι και ν' αναφωνεί:
πρώτο τυχερό γράμμα για σήμερα: το ''εψιλον''

Δεν πιστεύω στο ''άχαστο'' του καπιταλισμού
μοιάζει με ένα διπλό ημίχρονο / άσσο τελικό
που για να κερδίσεις θέλει πληροφόρηση εκ των έσω
μα εγώ θέλω να σαλτάρω
στο τερέν σαν τον Jimmy Jump
να ξεριζώσω τα μάτια του διαιτητή
και με τις κάρτες από το τσεπάκι του
να χαράξω στις καρδιές των παικτών ''διεκόπη''.

κέρδη με ουρά - χαρταετού
η τύχη του πρωτάρη - ντίλερ
ένας στους τρεις κερδίζει - ο τέταρτος
ξύσε ξύσε ξύσε ξύσε το μυαλό
βροχή τα γκολ και τα εξιλαστήρια
τον είπαν κουλοχέρη για να νομίζεις πως είναι αδύναμος
το χέρι που δε βλέπεις είναι στη τσέπη σου
ο πιο σίγουρος τζόγος η δουλειά
αναρωτήθηκες ποτέ γιατί τα σκυλιά αράζουν έξω από προποτζίδικα;
πώς ένας πατριώτης έβγαλε μηνιάτικο το 2004;
(ήταν ντροπή να μη ποντάρει ότι θα πάρει το κύπελλο η Ελλάδα)
μεταπτυχιακό στη θεωρία παιγνίων
παίζει στο ΚΙΝΟ τα νούμερα από την κάρτα του ΟΑΕΔ
και η κλάψα τζόγος είναι
-μου το 'μαθε ο πατέρας μου / του το 'μαθε το καφενείο-
χρωστάω του Σουρούνη ένα κέρασμα
978 960 03 1204 1
καρέ ζερό οι φίλοι
σεβάλ η σύντροφός μου
ποιος ποντάρει ορφανά στην εποχή μας;
Αστραγαλισμός στην αρχαία Ελλάδα
(κι ας ακούγεται βέβηλο ή προκλητικό)
δεν πιστεύω στην προϊστορία
αλλά όλα δείχνουν πως το μουντιάλ θα το πάρει η Βραζιλία.

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

start wearing purple


ντουλάπες κρεμάστρες λεβάντα και ρούχα
πολλά ρούχα 
εφηβικά αφόρετα αθλητικά εργασίας καθημερινά 
παντού ρούχα
τόσα που σου 'ρχεται στο νου
το σωλήνες των lost bodies
αναρωτιέσαι 
τι θες τρία ίδια μπουφάν
τι θες τόσες κάλτσες αταίριαστες
και αν θα γίνει ποτέ το Mall κοινόβιο
(να πιάσουν επιτέλους λίγη σκόνη τα πλακάκια)
μια τσάντα ρούχα πέταμα
μια τσάντα μεταποίηση
και δύο όπου θέλεις
μπλε κάδο 
εκκλησία
ή στους τσιγγάνους;
ανάλογα τι θες να ακούσεις
τη γκρίνια του γείτονα
ο θεός μαζί σου
ή την ησυχία που έχει στον παράδεισο; *
(φιλήσυχος κι ο σιγαστήρας)
για ευχαριστώ ούτε κουβέντα
άλλωστε ξέρουν πως είναι μύθος 
αυτό με την κότα όταν πίνει νερό
βέβαια, έμαθα κάτι και εγώ
όταν πέρασα απ' τη μπουγάδα τους μπροστά
μέρες μετά:
με πλύσιμο στη σκάφη γαριάζει ο καταναλωτισμός
τα ρούχα των τσιγγάνων είναι δικά μας ρούχα


*

(Ψυττάλεια Β, γραφή πρώτη, σελ 8, εκδόσεις παλίμψηστες)


Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

*προσπαθώντας να διασκευάσω ποιητικά το μυθιστόρημα Τάλγκο του Βασίλη Αλεξάκη




όταν μας σύστησαν οι φίλοι
συγκράτησα το όνομά σου
- σπάνιο για μένα κάτι τέτοιο -
παρατηρούσα όλες σου τις κινήσεις
μέχρι να βρω τα λόγια
κι ακουμπισμένος ώρα πολλή απάνω μου
σκέφτηκα πως
υπάρχουν άνθρωποι που ζαλίζονται
ακόμα κι όταν δε κουνιέται το καράβι
πως υπάρχουν ταριχευτές που ζουν με την αγωνία
όχι μόνο να φαίνεται ζωντανό το πτώμα
αλλά πως μπορεί να το ζωντανέψουν πραγματικά
τώρα είμαι ένας από αυτούς
που περιμένουν να κλείσει ο απέναντι γείτονας τα φώτα
για να κοιμηθούν
που φαντάζονται
τα αστέρια σαν αναμμένα τσιγάρα
όταν πέφτουν δε κάνουν ευχή
μα παρατηρούν την τροχιά της καύτρας
κι απλώνουν το χέρι
για να τη κλείσουν στη παλάμη τους

ξημερώνει

το φως μου συστήνει έναν άλλον ουρανό
χίλια αστέρια για έναν ήλιο
να γιατί έπιασε το θέατρο σκιών
στη χώρα αυτή
με τόσο έντονες σκιές
όλη η ζωή μας ένα θέατρο
σε κοιτάζω ακόμα κι αναρωτιέμαι
τι άραγε να επέπλεε αν βυθιζόταν η Ελλάδα;
μια ψάθινη καρέκλα καφενείου
ένα πλαστικό δοχείο σκορδαλιάς
ή μήπως λες η εθνική μας περηφάνια;

χαμηλώνω το βλέμμα

πάλι σκιές
πέντε γραμμές παράλληλες
ηλεκτροφόρα καλώδια
πάνω τους σκορπισμένα κάμποσα πουλιά
ένα λίγο πιο πέρα
η τελευταία νότα τραγουδιού
σ' ένα πεντάγραμμο.









Τρίτη 6 Μαΐου 2014

τίποτα δεν πάει χαμένο


τίποτα δεν πάει χαμένο
και δε μιλάω για τη χαμένη μου ζωή
για τις χαμένες σκέψεις μιλάω
αυτές που μου τεμαχίζει η επικαιρότητα
που τις στήνουν παγίδες
ένας περαστικός με καμένο πρόσωπο
ή ένα ορθογραφικό λάθος στη σύμβαση
τίποτα δεν πάει χαμένο
ανακυκλώνεται η έμπνευση 
χωρίς βοήθεια επιδοτούμενων προγραμμάτων
κιτρινίζει λίγο στην αρχή
μυρίζει και πάνω στην ακμή της αποσύνθεσης
πετιέται στο καλάθι
παλίμψηστες σκέψεις 
σαπισμένες εμπνεύσεις
α!
και τίποτα κλεμμένες συλλήψεις
από ποιητές που πάσχουν
από άγνοια μεγαλοσύνης
όπως το πρώτο παιδάκι που σκέφτηκε
στο σπίτι που ζωγράφισε με τέσσερα τετράγωνα
και ένα τρίγωνο σκεπή
να ζωγραφίσει και μια λάμπα που κρέμεται απ' το ταβάνι
όλα μαζί θα ξεράσουν τα υγρά τους
ως γνήσια ζωντανοί οργανισμοί
θα ανακινηθούν απαλά
περνώντας από φίλτρο 
και θα φτιάξουν ένα ικανοποιητικό κομπόστ
για να καταφέρω να φυτέψω 
ένα μέτριο ποίημα
στο παρτέρι της οθόνης