Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

μου σφυρίζω



φεύγω από το σπίτι έχοντας συγκεκριμένο χρόνο

να κάνω μια συγκεκριμένη δουλειά

κι αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν προλαβαίνω να σκεφτώ

έτσι βάζω στις τσέπες πορτοφόλι κινητό

ψάχνω όπως πάντα τα κλειδιά

κιθαρίζοντας τη δεξιά μου ρώγα

και τα ακούω να κουδουνίζουν

μέσα στο κράνος που 'χω περάσει στον αγκώνα

μέχρι να φτάσω στον πρώτο

σκιαγραφώ τους ανθρώπους που όταν κλειδώνουν

γυρίζουν το κλειδί δύο φορές και δε τους φτάνει μία

από τον πρώτο στο ισόγειο

αναρωτιέμαι πότε θα βρω έναν σπιτονοικοκύρη

που δεν θα έχει πάνω από τον απορροφητήρα

την εικόνα ενός αγίου

ανεβαίνω στη μηχανή

αντικρούοντας κάτι ''από Πατησίων είναι πιο κοντά''

με κάτι ''η Κηφισίας έχει ροή''

τη ροή που θα σ' αφήσει να σκεφτείς

μέχρι το επόμενο φανάρι

πόσο αστείο είναι

να είσαι πλούσιος και να λέγεσαι babis

λίγο πριν φτάσω

δυο δίας αλητάμπουρες χρησιμοποιούν τη σειρήνα

και με ξαφνιάζουν με τα γούστα τους

σταμάτησαν τον πίσω

ποιος θα τους έλεγε πως είμαι

με το χαρτί απώλειας ταυτότητας δυο μήνες;

κάπως έτσι φτάνω στον προορισμό

χωρίς ρολόι στον καρπό

να σφυρίζω ανέμελα

σαν τους ερωτευμένους

αυτός ο κόσμος δε χωρά τους αφηρημένους


Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

στο παλαιοπωλείο


ό,τι παλιώνει το κάνουνε φολκλόρ
και παίρνει μια παράταση ζωής 

Σαμσών Ρακάς
Ψυττάλεια Β', γραφή τρίτη


μια πολυθρόνα με υποψία θησαυρού
σουγιάδες να καθρεφτίζουν τερατογένεση
δαγκωμένα νομίσματα
σ' ένα σεντούκι ανοιχτό μια πλεξούδα μαλλιά
πιο ΄κει
το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ
και μια γραφομηχανή καταραμένη
(της έλειπε το ερωτηματικό)
τότε ήταν που αναρωτήθηκα
αν υπήρχε γύρω μου ζωή
ένιωσα απουσία μέσα κι έξω μου
όπως ο δάσκαλος όταν την τάξη του ρωτά
κι ούτε ένα χέρι δε σηκώνεται
έτσι συνέχισα
πιο κενός
όχι τα πράγματα τριγύρω να κοιτάζω
μα να ρεμβάζω στοχασμούς μες το μυαλό
μέχρι που μια μορφή σχεδόν αγγελική
τυπωμένη επάνω σε μεταλλικό κουτί
προέτεινε τους ώμους της
τίναξε τα μαλλιά της
(όσο αυτό επέτρεπε η στέκα)
και μου 'σκυψε στ΄αυτί το μυστικό:
κάθε που κρατάς αντικείμενο σαν αναμνηστικό
κάνεις και ένα βήμα προς τον Θάνατο
(το πρώτο βήμα ραβασάκι στα δέκα μου)
κάθε που κρατάς μια στιγμή στο μυαλό
πισωπατά και ένα βήμα μακριά σου
(σταμάτησα να κρατώ αναμνηστικά από τότε που γράφω)
έτσι λοιπόν δεν είχα τι άλλο να κάνω
κράτησα του παλαιοπωλείου τη στιγμή
και περπάτησα τη φυγή μου

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

σχεδόν 17 Νοέμβρη

στο πρώτο τσιγάρο
ο καπνός σχημάτισε ένα υ
παραλίγο μηδέν -προφήτευσα τη μέρα
υποκινούμενο  υποκείμενο  υπομονή
δε σφάξαν
ανθρώπινες αλυσίδες σέρνουν το χορό
φόβος και αϋπνία στα μάτια κάποιου ένστολου
στο τελευταίο τσιγάρο
ο σεισμός ασθενικός
δεν μπόρεσε ούτε αυτός 
την ισοπέδωση



Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

8+4 χαϊκού


βγες απ' το μυαλό
κανονικότητα πεζή
φύγε μακριά

πονοκέφαλος
βιώνω τη στέρηση
μιας πρέζας καφέ

τα γόνατά μου
λυγίζω και χορεύω
σαν ινδιάνος

σκέψεις ρουφάω
ματώνω τα πνευμόνια
στάχτες ξεφυσώ

φεύγει η ζωή
και δεν αφήνει ούτε
το βιδάνιο

δες πως πεισμώνει
η θλίψη κι έρχεται
πάλι δίπλα μου

μη με ποτίζεις
αντέχω με το λίγο
έγινα κάκτος

υστερόγραφο:
στείλε μου λίγο κονιάκ
βαρύς χειμώνας

*
μια αλλόκοτη
σκέψη χαικού ήρθε
πάει, χάθηκε

γράφω ποιηση
να λες και μη δεχτείς πως
είσαι ποιητής

λευκή σελίδα
σου δίνω υπόσταση
τι θα μου δώσεις;

ακανόνιστη
σχεδόν ατελείωτη
νιώθω την ποίη


Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

οι ψηλοί μπροστά οι κοντοί πίσω



σφαχτάρια σε πολυσύχναστους δρόμους
οι σημαίες έχουν χαράξει
στις μητροπόλεις
ανατριχίλα στα λακκάκια της μέσης
και τα σημάδια της έξης εμφανή
στις μητροπόλεις
μα πουθενά όταν το χρειάζεσαι
ένα σταυροκατσάβιδο

ακούραστες καμπάνες
ακούραστα πιστόνια
πόσο θόρυβο να καταπιούμε ακόμα
μέχρι την ''άκρα της πλάσης σιωπή'';

βασίλεψαν τα μάτια των εφήβων
πίσω από τις οθόνες
σκλαβώθηκαν οι φωνές των αντρών
στα μεγάφωνα
η παρέλαση ξεκινά
στο πρώτο χειροκρότημα
τα κορδόνια των προσκόπων λυμένα

οι ψηλοί μπροστά
οι κοντοί πίσω
αυτό διδάσκουν τα έθνη

τα ήθη στην κωλότσεπη
τα έθιμα στραγάλια
κίνδυνος πνιγμού εν όψει

ακούραστες καμπάνες
ακούραστα πιστόνια
πόσο θόρυβο να καταπιούμε ακόμα
μέχρι την ''άκρα της πλάσης σιωπή'';

λίγο πριν το τέλος
εφημερίδες στον αέρα στροβιλίζονται
ο περιπτεράς δηλώνει άγνοια
δείχνοντας την τέλεια στοίχιση που έχουν οι αναπτήρες
πίσω από τα μελωδικά γλειφιτζούρια
η τελευταία σύνθεση εμβατηρίου
πλημμυρισμένη σάλια


Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

135 κιλά



θυμήθηκα έναν που είχε γράψει
μόνο το αεροδρόμιο θυμίζει Ευρώπη στην Αθήνα
καθώς έμπαινα στην αποθήκη με τ' ασυνόδευτα
σκέφτηκα, μέχρι και οι λέξεις εδώ, έχουν άλλον αέρα
ένας τύπος με ιδρώτα αποτυπωμένο στο καπέλο
έσερνε το παλετοφόρο όπως ο δολοφόνος το πτώμα
(φαντάσου από τα μαλλιά)
ένα ζευγάρι αφρικανών ξεφόρτωνε πλαστικά βαρέλια
από ένα στραπατσαρισμένο αυτοκίνητο
ο βόμβος του περονοφόρου καθώς έκανε όπισθεν με τρόμαξε
ο χειριστής το κατάλαβε
μου χαμογέλασε κι έκανε νόημα να περάσω
πήδηξα πάνω από τα πιρούνια και πέρασα στο τελωνείο
κάτι μύριζε άσχημα
να ήταν άραγε που ο τελώνης έτρωγε την κατάληξη των λέξεων;
μου έδωσε να συμπληρώσω μία αίτηση
με βάση το υπόμνημα στον τοίχο
το χαρτί ήταν σκισμένο και μουντζουρωμένο
ένας τύπος προσφέρθηκε να με βοηθήσει
άνοιξε τη βαλίτσα φάκελο δερμάτινη
και είδα την εικόνα ορθόδοξη ξύλινη
έγραψε την αίτηση και μου είπε ό,τι προαιρείσθε
ατελώς, του ξεκαθάρισα κι έκανα τη δουλειά μου
φεύγοντας κοντοστάθηκα στην πλάστιγγα
ο ίδιος χειριστής έχωνε τα ίδια πιρούνια σε μια παλέτα
απάνω της στεκόταν μακρύ ξυλοκιβώτιο με ένδειξη ΑΒΓΑΝΟΣ
(135 κιλά ζυγίζει η σωρός)
αν έγραφε Αφγανός θα ζύγιζε λιγότερα
έφτασα σπίτι κι ακόμα δε θυμόμουν
τα συγχαρητήρια για τη φράση σε ποιον ανήκουν