Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

λαμά σαβαχθανί







                                       Γράφει η : sine_lege

μάζεψες φόρα

έβαλες ταχύτητα

ξέχασες τη ζώνη ασφαλείας

πλοία, αεροπλάνα και ποδήλατα

σε έφεραν εδώ

και τώρα -βάλε όπισθεν- σου είπαν

πέσαμε σε ξέρα

ανασυγκρότηση δυνάμεων

πάλι

ήρθα από το βορρά στο νότο

μα χιόνισε κι εδώ

μια ιδέα είναι το χιόνι

μια ιδέα και ο βορράς

σκοτώνουν τις ιδέες όταν γεράσουν

κοιμάμαι ανήσυχη

και βλέπω όμορφα όνειρα

γολγοθάδες κλάματα και αγάπες

άραγε ο γολγοθάς να ήταν ανηφόρα ή κατηφόρα;

πόσα ψέμματα μας έχουν πει!

γιατί μας λέτε ψέμματα;

δε βαριέσαι

ανάγκα και άθεοι πείθονται

λαμά σαβαχθανί;

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Tη θέλω




















γιατί έχει πάνω της το κόκκινο το χρώμα
κι αν ήξερα τα κόλπα τα τεχνολογικά,
πάλι με κόκκινο θα έγραφα αυτές εδώ τις λέξεις. 

Ξεχάσαμε πως είναι το χρώμα της αγάπης τέτοιο
και ψάχνουμε στο αίμα να ξεδιψάσουμε το μάτι.

Μα εγώ κατάφερα και βρήκα τη μπαλαρίνα της ψυχής,
ανάμεσα σε χίλιους δακρυσμένους κλόουν.

Είχε τους αστραγάλους της κλειστούς
και τεντωμένα τα πόδια της τα μακριά. 

Κάθε που ανέμιζε, σχεδόν αυτόματα 
έκανε σβούρες, γύρω απ' τον άξονά της.

Απίστευτο που στη θέα της δεν τρόμαξα,
κατανικώντας τις συνήθειες των παιδικών μου χρόνων.

Ακόμα κι όταν τα λεπτά της χέρια,
έδειξαν μιαν αγκαλιά στον ουρανό,
εγώ το τόλμησα να πέσω μέσα τους,
κι ας ήταν άνιση η μάχη με τ' απέραντο.

Ανάλαφρο το σώμα σου τώρα,

αφού σου χάρισα δυο μπαλόνια
καρδιές, φουσκωμένα με ήλιον.

Να τα κρατάς εσύ, που σου αξίζουν τα ταξίδια.



Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

ιστός


την είδα ν' ανεβαίνει 
με αργά βήματα
τραβούσε την ανηφόρα
γαντζωμένη 

απ'τον ιστό της
τον ασάλευτο
κοιτούσε
προς την κορυφή

κι ένα σημάδι 
σημείο στον χάρτη 
όλο αντίκριζε

μια ανάσα 
πριν το τέλος
κι ένας αέρας δυνατός

ενεργοποίησε 
τις αισθήσεις της

απλώθηκε να κρατηθεί
μα μάταιος ο κόπος

κατακόρυφη η πτώση
αν και προσπάθησε 
να μπλέξει στ' όνειρό μου

στο χώμα αν θυμάμαι προσγειώθηκε
κι ο στρατιώτης ειρωνεύτηκε

πως αυτοκτόνησε η σημαία.


Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Καλως ήρθες




Δεν με πειράζει το κρύο πια και τη βροχή συνήθισα,

ρομαντισμός και αηδίες ότι μιλάμε με τα βλέμματα,

μη με κρατάς από το χέρι, δεν έχω συνοχή, 

μια ιδέα είναι η ομίχλη, μια φλόγα που καίει.

Το πρώτο μας ραντεβού θέλω να ξέρω αν θυμάσαι.

Ήρθα με χτυποκάρδι αφού η αγάπη μας έκλεινε το μάτι.

Μου αρκούσε που είχα το χέρι μου στο πόδι σου.

Πόση απόγνωση και πόση ελπίδα, να φωνάζουμε στο μέλλον μας 

''έλα τώρα, φτάσε'', δεν θέλω να μεταφράζω άλλο.

Τώρα είναι το μετά, δεν βλέπεις τις ταράτσες, που γέμισαν απόγνωση;

Όσο σκάβω, τόσους θησαυρούς βρίσκω

και πάντα κλαίω με τα γραπτά του Παναγούλη.

Δασκάλους πρέπει να γεννήσουμε, να μη τους κάνουμε τη χάρη.

Μια χώρα που ουρλιάζει κήρυξε ανένδοτο αγώνα

και πως να πάμε σπίτια μας, μέσα σε τέτοια χάλια;

Η λήθη είναι η αρρώστια, μα το Arbeit macht frei

θα τους το τρίψουμε στη μούρη.

Εγώ πάλι, θα κατηφορίσω προς τα κάτω.

Στην πλατεία, που ξέρει τόσα για μας.


- Παντού αστυνομία, δικαιοσύνη πουθενά. -



Από  
Για τη Sine_lege




Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Ερωτικά χημικά

Μπαίνω σπίτι στα σκαστά. Στέλνω μήνυμα να της πω ότι κατηφορίζω.Νιώθω ότι θα μου λείψει που δεν θα 'ναι δίπλα μου.Να της κρατάω το χέρι σε κάθε κρότο. Αρπάζω το φουλάρι της απ' τη ντουλάπα και το τυλίγω στον λαιμό. Παίρνω βαθιά ανάσα και χαμένος στις σκέψεις μου, βρίσκομαι ήδη στην Πατησίων. Υπάρχει ένα σημείο σ'αυτή την οδό, που αν κοιτάξεις ευθεία απέναντι μαγεύεσαι.Συναντώ την παρέα χωρίς πολύ κόπο, αφού ήταν νωρίς ακόμα για να έχει κόσμο. Άργησε να γεμίσει η πλατεία. Απέκτησε εμπειρία ο κόσμος ''στον δρόμο'' και ξέρει πότε κάνει την εμφάνισή του. Ο Νταλάρας και η Φαραντούρη στριγγλίζουν βαρετά πάλι στα αυτιά μου. Θα ενέπνεε πιστεύω καλύτερα το ''μέσα μου ο αέρας που φυσά δεν λέει να ημερέψει'' από το ''είμαστε δυο είμαστε τρεις''. Αυτή η αέναη προσπάθεια να αφουγκραστώ τον κόσμο και να πιάσω ρυθμό σε μία πορεία, πάντα μου έτρωγε τα σωθικά. Τα ηλικιωμένα ζευγαράκια στα σκαλιά της πλατείας. Τα αγριεμένα βλέμματα των γυναικών που γυρίζουν δεξιά αριστερά. Οι ξένοι που κάποια δουλειά τους έφερε στα μπαλκόνια του King George μια τέτοια μέρα. Οι ξένοι που πουλάνε αναλόγως τα τεκταινόμενα, τη μία χειρουργικές μάσκες και νερό και την άλλη ομπρέλες και ολόσωμα νάιλον. Στα υπόστεγα της Βουκουρεστίου συνωστισμός ιδεολογιών αλλά και ικεσίες να σταματήσει η βροχή.Τέτοια χατίρια καμιά φορά τα κάνει ο Θεός. Έπειτα μολότοφ και χημικά. Πόσο γνώριμο σκηνικό. Προβλέψιμο όσο και το σκηνικό εντός Βουλής. Δεν έχει νόημα πια. Πάνε και ώρες βλέπεις. Γυρίζω Κολοκοτρώνη με μια ηττοπάθεια λιγότερη αυτή τη φορά. Βρέχει για τα καλά. Σαν να την είδα να περπατάει χαμογελώντας προς το μέρος μου. Πόσο ερωτεύσιμη  γίνεται όταν το κάνει αυτό. Μύρισα το φουλάρι της κι έβαλα μπρος.

 Μωρή αξιοπρέπεια, άξιζες μια πνευμονία.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

15 χρόνια μετά


O Γιαννάκης φεύγοντας από το σχολείο, δεν έβλεπε την ώρα και τη στιγμή να γυρίσει σπίτι. Τι τιμή!, σκεφτόταν ενώ βάδιζε με όλο και μεγαλύτερα βήματα. Ένα στ' αριστερό. Μπουπ. Δύο και τα δυο. Μπουπ μπουπ! έδινε διαταγές στον εαυτό του παπαγαλίζοντας αυτό που άκουγε δυο ώρες τώρα στην πρόβα. Ένιωθε περήφανος που ήταν ο εκλεκτός. Έφτασε κιόλας στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα γρήγορα και κατευθύνθηκε  αμέσως στην κουζίνα.

''Μαμά σου έχω νέα! Θα είμαι ένας από τους τρεις τυμπανιστές στην παρέλαση''


Έφυγε από τη δουλειά με το αμάξι. Στο μυαλό του τριγύριζαν ακόμα οι φωνές του γραφείου, ενώ και οι χτύποι της καρδιάς του ήταν υψηλοί όπως και οι ρυθμοί της ζωής του, για άλλη μια μέρα. Ήπιε μια τζούρα καφέ από το πλαστικό ποτήρι που είχε πάντα στο αμάξι. Στη διαδρομή για το σπίτι έκανε περίπου έξι τσιγάρα. Μόνο όταν ανοίγει η πόρτα του σπιτιού έλεγε, μου φεύγει το άγχος. Άρχισε να χαλαρώνει καθώς έγειρε τη πλάτη του στον καναπέ. Το τσιγάρο στο τασάκι περίμενε αυτές τις μικρές και γλυκιές τζούρες που συνήθιζε να τραβάει όταν κάπνιζε στο καθιστικό.Έκανε να τ' ανάψει ώσπου σαν να πάγωσε όταν άκουσε τη φωνή της μάνας του από το δωμάτιο.

''Τη σημαία από το πατάρι μη ξεχάσεις να κατεβάσεις!''