Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Καλως ήρθες




Δεν με πειράζει το κρύο πια και τη βροχή συνήθισα,

ρομαντισμός και αηδίες ότι μιλάμε με τα βλέμματα,

μη με κρατάς από το χέρι, δεν έχω συνοχή, 

μια ιδέα είναι η ομίχλη, μια φλόγα που καίει.

Το πρώτο μας ραντεβού θέλω να ξέρω αν θυμάσαι.

Ήρθα με χτυποκάρδι αφού η αγάπη μας έκλεινε το μάτι.

Μου αρκούσε που είχα το χέρι μου στο πόδι σου.

Πόση απόγνωση και πόση ελπίδα, να φωνάζουμε στο μέλλον μας 

''έλα τώρα, φτάσε'', δεν θέλω να μεταφράζω άλλο.

Τώρα είναι το μετά, δεν βλέπεις τις ταράτσες, που γέμισαν απόγνωση;

Όσο σκάβω, τόσους θησαυρούς βρίσκω

και πάντα κλαίω με τα γραπτά του Παναγούλη.

Δασκάλους πρέπει να γεννήσουμε, να μη τους κάνουμε τη χάρη.

Μια χώρα που ουρλιάζει κήρυξε ανένδοτο αγώνα

και πως να πάμε σπίτια μας, μέσα σε τέτοια χάλια;

Η λήθη είναι η αρρώστια, μα το Arbeit macht frei

θα τους το τρίψουμε στη μούρη.

Εγώ πάλι, θα κατηφορίσω προς τα κάτω.

Στην πλατεία, που ξέρει τόσα για μας.


- Παντού αστυνομία, δικαιοσύνη πουθενά. -



Από  
Για τη Sine_lege




Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Ερωτικά χημικά

Μπαίνω σπίτι στα σκαστά. Στέλνω μήνυμα να της πω ότι κατηφορίζω.Νιώθω ότι θα μου λείψει που δεν θα 'ναι δίπλα μου.Να της κρατάω το χέρι σε κάθε κρότο. Αρπάζω το φουλάρι της απ' τη ντουλάπα και το τυλίγω στον λαιμό. Παίρνω βαθιά ανάσα και χαμένος στις σκέψεις μου, βρίσκομαι ήδη στην Πατησίων. Υπάρχει ένα σημείο σ'αυτή την οδό, που αν κοιτάξεις ευθεία απέναντι μαγεύεσαι.Συναντώ την παρέα χωρίς πολύ κόπο, αφού ήταν νωρίς ακόμα για να έχει κόσμο. Άργησε να γεμίσει η πλατεία. Απέκτησε εμπειρία ο κόσμος ''στον δρόμο'' και ξέρει πότε κάνει την εμφάνισή του. Ο Νταλάρας και η Φαραντούρη στριγγλίζουν βαρετά πάλι στα αυτιά μου. Θα ενέπνεε πιστεύω καλύτερα το ''μέσα μου ο αέρας που φυσά δεν λέει να ημερέψει'' από το ''είμαστε δυο είμαστε τρεις''. Αυτή η αέναη προσπάθεια να αφουγκραστώ τον κόσμο και να πιάσω ρυθμό σε μία πορεία, πάντα μου έτρωγε τα σωθικά. Τα ηλικιωμένα ζευγαράκια στα σκαλιά της πλατείας. Τα αγριεμένα βλέμματα των γυναικών που γυρίζουν δεξιά αριστερά. Οι ξένοι που κάποια δουλειά τους έφερε στα μπαλκόνια του King George μια τέτοια μέρα. Οι ξένοι που πουλάνε αναλόγως τα τεκταινόμενα, τη μία χειρουργικές μάσκες και νερό και την άλλη ομπρέλες και ολόσωμα νάιλον. Στα υπόστεγα της Βουκουρεστίου συνωστισμός ιδεολογιών αλλά και ικεσίες να σταματήσει η βροχή.Τέτοια χατίρια καμιά φορά τα κάνει ο Θεός. Έπειτα μολότοφ και χημικά. Πόσο γνώριμο σκηνικό. Προβλέψιμο όσο και το σκηνικό εντός Βουλής. Δεν έχει νόημα πια. Πάνε και ώρες βλέπεις. Γυρίζω Κολοκοτρώνη με μια ηττοπάθεια λιγότερη αυτή τη φορά. Βρέχει για τα καλά. Σαν να την είδα να περπατάει χαμογελώντας προς το μέρος μου. Πόσο ερωτεύσιμη  γίνεται όταν το κάνει αυτό. Μύρισα το φουλάρι της κι έβαλα μπρος.

 Μωρή αξιοπρέπεια, άξιζες μια πνευμονία.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

15 χρόνια μετά


O Γιαννάκης φεύγοντας από το σχολείο, δεν έβλεπε την ώρα και τη στιγμή να γυρίσει σπίτι. Τι τιμή!, σκεφτόταν ενώ βάδιζε με όλο και μεγαλύτερα βήματα. Ένα στ' αριστερό. Μπουπ. Δύο και τα δυο. Μπουπ μπουπ! έδινε διαταγές στον εαυτό του παπαγαλίζοντας αυτό που άκουγε δυο ώρες τώρα στην πρόβα. Ένιωθε περήφανος που ήταν ο εκλεκτός. Έφτασε κιόλας στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα γρήγορα και κατευθύνθηκε  αμέσως στην κουζίνα.

''Μαμά σου έχω νέα! Θα είμαι ένας από τους τρεις τυμπανιστές στην παρέλαση''


Έφυγε από τη δουλειά με το αμάξι. Στο μυαλό του τριγύριζαν ακόμα οι φωνές του γραφείου, ενώ και οι χτύποι της καρδιάς του ήταν υψηλοί όπως και οι ρυθμοί της ζωής του, για άλλη μια μέρα. Ήπιε μια τζούρα καφέ από το πλαστικό ποτήρι που είχε πάντα στο αμάξι. Στη διαδρομή για το σπίτι έκανε περίπου έξι τσιγάρα. Μόνο όταν ανοίγει η πόρτα του σπιτιού έλεγε, μου φεύγει το άγχος. Άρχισε να χαλαρώνει καθώς έγειρε τη πλάτη του στον καναπέ. Το τσιγάρο στο τασάκι περίμενε αυτές τις μικρές και γλυκιές τζούρες που συνήθιζε να τραβάει όταν κάπνιζε στο καθιστικό.Έκανε να τ' ανάψει ώσπου σαν να πάγωσε όταν άκουσε τη φωνή της μάνας του από το δωμάτιο.

''Τη σημαία από το πατάρι μη ξεχάσεις να κατεβάσεις!''

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Το τελευταίο δελτίο ειδήσεων

H παρουσιάστρια των ειδήσεων ήταν εμφανώς ταραγμένη, σαν να χανόταν η Γη κάτω απ' τα πόδια της. Δεν προλόγισε τους τίτλους, ούτε καλησπέρα άκουσα να μου λέει. Κοιτούσε μόνο την κάμερα (ή μήπως λίγο πιο πάνω;) λέγοντας τα παρακάτω.

Ο τροχός της τύχης δεν γύρισε ποτέ για σας.

Όλοι οι αφέτες που κήρυξαν την έναρξη των τηλεμαραθωνίων αυτοκτόνησαν.

Το μόνο πράγμα που έγινε στα τυφλά ήταν ο βομβαρδισμός του ερωτισμού σας. Κανένα ραντεβού.

Σαν παρατράγουδα χρησιμοποιήσαμε ανθρώπους με τον μεγαλύτερο δείκτη ευφυίας με σκοπό να μειώσουμε τη δική σας.

Το τσαντίρι κάηκε από μια ομάδα Ρομά που έδειχνε θιγμένη από τα αστραφτερά πατώματά του.

Ο μεγάλος αδερφός ήταν μια απάτη. Μόνο μια μεγάλη αδερφή μπορεί να κρυβόταν πίσω από τις κάμερες.


Τα γράμματα που είχατε από τις χαμένες σας ελπίδες γινόντουσαν ανακύκλωση από το σταθμό μας.

Καμία δίκη. Ποτέ και πουθενά....

Δυνατός κρότος.

Έκλεισα μια για πάντα την τηλεόραση. Άνοιξα τις κουρτίνες. Στο μπαλκόνι ο Mr Zong πεθαμένος.





Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012



Πάει...



Ο υπάλληλος του αεροδρομίου υπάκουσε στις διαταγές του προϊσταμένου του και σκυμμένος, καθάρισε και την τελευταία τρίχα που είχε απομείνει στο επιβλητικό, κόκκινο χαλί. Λίγο πιο πάνω, στον πύργο ελέγχου, η ραδιοσυχνότητα εξέπεμπε σε πολύ γρηγορότερους ρυθμούς τα μίλια, αντίστροφα, λες και κάποια βόμβα ήταν έτοιμη να εκραγεί. Τίποτα σπουδαιότερο όμως δεν συνέβη από ακόμα μια προσγείωση με αίσιο τέλος στο Ελ. Βενιζέλος. Ο υπολοχαγός έδωσε το σύνθημα στην μπάντα για τον εθνικό ύμνο ακαριαία και ο στρατηγός αμέσως μετά το παράγγελμα: ''παρουσιάστεεε άρμ!'' Ένα ρίγος απροσδιορίστου προέλευσης τύλιξε τον θηριώδη φρουρό όταν προσέγγισε τη σκάλα του αεροπλάνου. Ο Διοικητής έδωσε μέσω ασυρμάτου τις τελευταίες εντολές πριν την αναχώρηση απ' το αεροδρόμιο. Ένας απ' τους αστυνομικούς που το άκουσε, χασμουρήθηκε πριν βάλει μπρος το περιπολικό. Οι ώρες αναμονής ήταν αρκετές, πέραν του ότι είχε ρεπό που η Αρχή το ανακάλεσε. Η εικοσάμετρη λιμουζίνα έβαλε μπρος τελευταία. Ο οδηγός της έτρεμε, όπως την πρώτη φορά. Μπλε φώτα αναβόσβηναν στον καθρέφτη ενός οδηγού στην Αττική οδό, στο ύψος των Σπατών. Ένας ταξιτζής στην Κατεχάκη απορούσε που είχε τόση λίγη κίνηση. Το ραδιόφωνό του ήταν χαλασμένο. Φοβήθηκε που τον πέρασαν από δεξιά δυο μαύρα τζιπ με φιμέ τζάμια. Ένα μικρό καφέ στη Μουρούζη έσφυζε από ζωή. Ένας σκύλος στην Ηροδότου γάβγιζε για ένα τέταρτο. Ένα ζευγάρι με ένα μηχανάκι παραμέρισε επιδεικτικά την ερυθρόλευκη ταινία που ήταν τεντωμένη από τη μια άκρη της Ιουλιανού ως την άλλη. Το τηλέφωνο μιας μονοκατοικίας στα Βριλήσσια χτύπησε ξαφνικά. Η κυρία που το σήκωσε κατάφερε να κρατηθεί όρθια μα δεν τα κατάφερε λιποθυμώντας. Ο γιος της πονεμένος στο δεξί μάτι, ξέσπασε με λυγμούς στο κρατητήριο της Ομόνοιας. Ένα περιστέρι διέσχισε τη Πλατεία Συντάγματος και με έναν ελιγμό προς τα πάνω, πέρασε σύριζα τα κεφάλια των εκατοντάδων ανθρώπων που ήταν πάνω στα σκαλιά. Μία κουτσουλιά προσγειώθηκε σε μια ασπίδα ενός ματατζή. Στους Στύλους του Ολυμπίου Διός ένα μαύρο σπρέι θα άφηνε τον τελευταίο του ψεκασμό. Πράσινο τσάι σέρβιρε μια Φιλιππινέζα υπηρέτρια στις φίλες της Κυρίας, ενώ ο άντρας της θα έδινε το ραντεβού της ζωής του στο Χίλτον. Στον δρόμο του γυρισμού ο σοφέρ της λιμουζίνας έτρεμε λιγότερο. Τα μάτια του αστυνομικού που πριν ώρες χασμουριόταν ήταν πλέον βαριά. Με πειθαρχία και αυτοσυγκράτηση όμως, υπάκουσε σε άλλη μία διαταγή. Το φως είχε πέσει και από το τζάμι του λεωφορείου οι στριμωγμένοι επιβάτες δεν έβλεπαν καθαρά την κίνηση που είχε. Οι μηχανές του αεροσκάφος είχαν πια ρολάρει και δεν θα αργούσαν να σηκώσουν το αεροσκάφος ψηλά. Μια γιαγιά στη Νίκαια κοιμόταν με ανοιχτή την τηλεόραση και το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Δέκα φίλοι βρέθηκαν σε ένα μικρό ταβερνάκι στη Νέα Ιωνία, ενώ μια ελληνίδα φοιτήτρια στο Βερολίνο διάβαζε τα ''ημερολόγια μοτοσικλέτας''.
Πάει κι αυτό.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

*πέτρινο


Πόσα γνωμικά να έχουν ειπωθεί, πόσες λέξεις βαρύγδουπες και τραγούδια δίπλα στη θάλασσα θα σιγοτραγουδήθηκαν για αυτούς τους μικρούς ήρωες της ζωής μας;

Τους φίλους.

Θυμάμαι αρκετά λόγια που έχω πει εγώ στους δικούς μου φίλους. Σήμερα απλά τις ανακάλεσα στη μνήμη μου.  Σε έναν είχα εκμυστηρευτεί πως ''αισθάνομαι ότι για σένα θα κλάψω πιο πολύ απ' τον καθένα άμα σε χάσω'', με βουρκωμένα  μάτια και αναφιλητά να μου κόβουν τη φράση σε κομμάτια.

Μπροστά σε όλους μια νύχτα αποκάλυψα πως την παιδεία που έχω, την οφείλω στον μεγαλύτερο βαθμό σ'αυτούς, παρά στους γονείς μου ή στους δασκάλους μου. Κι ας μη με συμβούλευσαν ποτέ με διδακτικό ύφος κι ας μην τους άφησα ποτέ να με πάρουν μια αγκαλιά. 

Θυμάμαι τον πατέρα του ενός ενώ τρώγαμε, να μου λέει πως ενώ χαίρεται πολύ για την όμορφη παρέα που έχουμε, πως δεν χρειάζεται να δενόμαστε τόσο πολύ συναισθηματικά και να είμαστε απόλυτοι για τις σχεδόν αδερφικές σχέσεις μας. Δεν ξέρεις αύριο τι γίνεται, είχε πει. Η ζωή προχωράει. Άφησα το πιρούνι και πήρα βαθιά ανάσα θυμάμαι. Μόνο ο γιος του είχε καταλάβει πως έκλαιγα κι ας ήταν στεγνά τα μάγουλά μου.

Η αλήθεια είναι πως από τότε μπήκαν κι άλλοι άνθρωποι στις ζωές μας, που πλέον είναι πιο σημαντικοί από τους φίλους μας, αν αυτό ήθελε να πει ή φοβόταν μήπως δεν γίνει, ο πατέρας του φίλου μου. Οι άνθρωποι που θα μοιραστούμε μαζί τους τα ίδια όνειρα. Τις ίδιες χαρές και τις ίδιες φυλακές. Η ζωή προχωράει μα σέρνει αναμνήσεις. Αλλάξαμε μα δεν χαθήκαμε. Κι αν χαθούμε στη διαδρομή το σημείο συνάντησης δεν ξεχνιέται ποτέ*

 Άλλωστε είμαστε ακόμα ζωντανοί μην το ξεχνάτε. Και αν το όραμα του να μείνουν αναλλοίωτα κάποια πράγματα φαίνεται να σιγοσβήνει, καλό θα ήταν να το αποδεχτούμε και να προσπαθήσουμε τις βάσεις που έχουμε να τις επιστρατεύσουμε κάνοντας τις σχέσεις χρηστικές και διαχρονικές.

Ακούγεται συμβιβαστικό. Δεν είναι.